ἑρκοθηρικός

ἑρκο-θηρικός, ή, όν, ([etym.] θήρα)
A of or for netting or fishing with nets, Pl.Sph.220c :

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερκοθηρικός — ἑρκοθηρικός, ή, όν (Α) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο κυνήγι που γίνεται με δίχτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρκος + θηρικός] …   Dictionary of Greek

  • ἑρκοθηρικόν — ἑρκοθηρικός of masc acc sg ἑρκοθηρικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρκος — ἕρκος, τὸ (AM) φραγμός μσν. κιγκλίδωμα στη βάση τής κλίμακας τού άμβωνα αρχ. 1. περίβολος, φράκτης κήπων ή αμπελώνων 2. ο αυλόγυρος* 3. η αυλή τού σπιτιού 4. το όστρακο που περικλείει την πίννα 5. τείχος για υπεράσπιση, προμαχώνας 6. το δίχτυ, ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.